Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

My Secret Santa!!

 Επιτέλους έμαθα ποιος κληρώθηκε να είναι ο μυστικός μου Αη-Βασίλης, στη μυστική ανταλλαγή δώρων της Μαριλένας για το 2015! Και τώρα πια, μπορώ κι εγώ και το μυστικό μου ταίρι να λύσουμε τη σιωπή μας...

Είναι η Κάτια μας! 

  Βρήκα το δώρο της να με περιμένει χθες, γυρνώντας από τη δουλειά. Χάρηκα πάρα πολύ! 

 Η Κάτια μου έστειλε χίλια δυο καλούδια, όλα τους υπέροχα: ένα χειροποίητο κασκόλ με όμορφους χρωματισμούς που ταιριάζουν με όλα μου σχεδόν τα ρούχα, μια χειροποίητη κάρτα με ένα κεντημένο αστέρι και ζεστές ευχές (Κάτια μου λάτρεψα το γραφικό σου χαρακτήρα!!), ένα γλυκύτατο χριστουγεννιάτικο μανταλάκι, μικρά μεταλλικά ελατάκια και ένα ζευγάρι φιλντισένια σκουλαρίκια σε ένα χρώμα που είναι πολύ αγαπημένο μου! 



  Κάτια μου, σε ευχαριστώ πάρα πολύ κι από εδώ για τα πανέμορφα δώρα σου! Μου έφτιαξες τη μέρα! 

 Σου στέλνω τις θερμές ευχές μου για τη γιορτή σου, να είσαι πολύχρονη, γερή, ευτυχισμένη και να σε χαιρόμαστε! 

 Κατά σύμπτωση, η Κάτια παρέλαβε κι εκείνη χθες το δικό μου δώρο. Ο μυστικός Άγιος Βασίλης της ήμουν εγώ! Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται... συμφωνούν και τα ΕΛΤΑ, χαχαχα!! Γελάσαμε όταν συνειδητοποιήσαμε ότι τα δώρα μας έφτασαν την ίδια μέρα!

 Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε, Κάτια μου και σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου Καλές Γιορτές, με Υγεία, Χαρά και Γαλήνη - κι ένα ευτυχισμένο 2016! 

 Μαριλένα μου, να είσαι καλά κοπέλα μου! Σε ευχαριστούμε πολύ για τη διοργάνωση της μυστικής ανταλλαγής. Μας χάρισες τόση χαρά!

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

''Η πόλη ντύνεται τη μοναξιά, κι εγώ σε ψάχνω...'' ~ 18ος Διαγωνισμός "Φωτογραφίζειν"

 Ο 18ος κατά σειρά Διαγωνισμός "Φωτογραφίζειν" διεξήχθη στο ιστολόγιο της Μαρίας Νι. (Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά...) και ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα.  

 Το θέμα αυτού του διαγωνισμού ήταν ''Τα λόγια ενός τοίχου'' και η φωτογραφία με την οποία συμμετείχα ήταν η παρακάτω: 


''Η πόλη ντύνεται τη μοναξιά, κι εγώ σε ψάχνω...''


 Η φωτογραφία λήφθηκε σε μια εξόρμησή μας στην Έδεσσα, κάπου στην περιοχή όπου βρίσκονται οι καταρράκτες. 

 Το μήνυμα στον τοίχο με συγκίνησε, μες στην απλότητά του, και αποτύπωσα τη στιγμή. 

 Μοντέλο μου ο σύντροφός μου, τον οποίο και ευχαριστώ - όχι μόνο για τη λήψη που μου χάρισε, αλλά και για την άδειά του να δημοσιοποιήσω τη φωτογραφία του για τις ανάγκες του διαγωνισμού.

 Ευχαριστώ πάρα πολύ όλους τους φίλους που τη στήριξαν στο διαγωνισμό χαρίζοντάς της 20 βαθμούς, και στέλνω τα συγχαρητήριά μου στη Νικολέτα, που διακρίθηκε, αλλά και σε όλους τους άλλους συμμετέχοντες για τις υπέροχες φωτογραφίες τους!

Μπορείτε να δείτε εδώ τη νικητήρια φωτογραφία, 
και εδώ όλες τις συμμετοχές που έλαβαν μέρος.

Μαρία μου, σε ευχαριστώ άλλη μια φορά για την φιλοξενία!


* Για τους φίλους που ενδιαφέρονται, ο επόμενος Διαγωνισμός ''Φωτογραφίζειν'' πρόκειται να ξεκινήσει στις 1/12.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Ολίγων λέξεων δρώμενα (25 Λέξεις #2, Ολιγόλεκτα #2 → Οι συμμετοχές μου)


 Στο Κείμενο η Μαρία μάς προέτρεψε να συμμετέχουμε σε ένα ακόμη λογοτεχνικό δρώμενο, και μας ενέπνευσε με μια φωτογραφία της. 


Το ζητούμενο; 25 Λέξεις, βασισμένες στη φωτογραφία.

 20 συμμετέχοντες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση, και 31 αξιόλογα ολιγόλεκτα συγκεντρώθηκαν.

  Τη φωτογραφία τη λάτρεψα, με κινητοποίησε... κι έτσι συμμετείχα και εγώ, με το παρακάτω ολιγόλεκτο:


Ρωγμές. Σκασίματα. Πληγές.
Ιδού τα τείχη της ψυχής μου.
Ήρθες
- εισχώρησες -
ψήγμα φωτός του έξω κόσμου.
Δε φοβάσαι το έρεβος;
Κυκλώνει.
Καταλύει.
Ανίσχυρη, υπάρχω.
Φύγε…


   Εδώ μπορείτε να δείτε το ολιγόλεκτο που διακρίθηκε, καθώς κι όλες τις άλλες συμμετοχές. Πολλά μπράβο σε όλους τους συμμετέχοντες και συγχαρητήρια στη Μαριλένα μας (marilenaspotofart) για τη διάκριση!


~~~~~~~~~~~

  Επί τη ευκαιρία, σκέφτηκα να συμπεριλάβω σε αυτή την ανάρτηση και το ολιγόλεκτο με το οποίο συμμετείχα στα Ολιγόλεκτα #2 που είχαν πραγματοποιηθεί στο άλλο ιστολόγιο της Μαρίας Νι. (Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά) τον Ιούνιο που μας πέρασε (και που, έως τώρα, δεν αξιώθηκα να δημοσιεύσω).

 Είχαμε και τότε μια φωτογραφία ως έναυσμα για τα κείμενά μας, η οποία οδήγησε σε πολύ ενδιαφέρουσες συμμετοχές. Η δική μου συμμετοχή ήταν η παρακάτω:




Βελούδινα πάνω μου άφησες
το ρόδο των χειλιών σου.
Αφέθηκα να σε κοιτώ
ολάνθιστος εγώ
κι εσύ, φλογάτο φυλαχτό
στις άκρες των χεριών μου.


 Αν θέλετε μπορείτε να (ξανα)διαβάσετε και τις υπόλοιπες συμμετοχές του Ιουνίου, μαζί με το νικητήριο ολιγόλεκτο, εδώ

 Πολλά-πολλά ευχαριστώ σε όσους στήριξαν τις προσπάθειές μου, και φυσικά στη Μαρία μας για τη φιλοξενία των κειμένων μου!

 Πολλά ευχαριστώ όμως και στη Γιάννα μας (Syros2js), η οποία μου έστειλε μια υπέροχη κάρτα-υπερπαραγωγή κι ένα αξιολάτρευτο, χειροποίητο πλεκτό σουβέρ!




 Γιάννα μου, η κίνησή σου, τα γλυκά λόγια σου και η σκέψη σου με συγκίνησαν πολύ. Το δώρο σου μου έφτιαξε τη μέρα! Να είσαι καλά, ομορφιά μου και Καλές Γιορτές να έχουμε! ♥ ♥ ♥

Πολλά φιλιά σε όλους και καλή εβδομάδα από αύριο!


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ρολόι τοίχου με παιδικό θέμα

  Πριν την ενηλικίωσή μου φορούσα συνέχεια ρολόι στο χέρι μου (δεν υπήρχε περίπτωση να βγω έξω ως έφηβη και να μη γυρίσω στο σπίτι την προκαθορισμένη ώρα! Γινότανε χαμός, χαχα!!) Κι έτσι, το ρολόι μού είχε γίνει μια αναγκαία συνήθεια. 

 Από τη στιγμή που ενηλικιώθηκα και μετά, απέκτησα με το ρολόι μια περίεργη σχέση. Καταρχήν, συνειδητοποίησα ότι έτεινα να το κοιτώ διαρκώς, ενώ δεν υπήρχε πια λόγος. Όταν έβγαινα και περνούσα καλά, η ώρα δε με απασχολούσε ουσιαστικά (κανείς δεν είχε πρόβλημα πια, αν αργούσα να γυρίσω!) Κι όμως, εγώ εκεί, να το κοιτώ και να με προγραμματίζω. Άρχισα να αισθάνομαι ότι το ρολόι μού έβαζε τα δυο πόδια σ΄ένα παπούτσι... κι έτσι, το έβγαλα από πάνω μου. Οριστικά!

 Σήμερα, ενώ μου αρέσει να βλέπω ρολόγια πάνω στους άλλους γύρω μου (μερικά έχουν υπέροχα σχέδια, πραγματικά), κι ενώ έχω και πρόχειρα και για καλές περιπτώσεις, δε μπορώ να τα φορέσω πια. Κι αν θα το κάνω, θα το κάνω μόνο για αισθητικούς λόγους.

 Εκεί που το χρειάζομαι, είναι στη δουλειά, όπου πρέπει να γίνουν συγκεκριμένα πράγματα σε συγκεκριμένες ώρες. Που σημαίνει ότι, εφόσον χρειάζεται να ξέρω ανά πάσα στιγμή τι ώρα είναι και ρολόι αρνούμαι να φορέσω, χρειάζομαι ένα ρολόι τοίχου (δεν μπορώ να βγάζω συνέχεια το κινητό...)

 Μιας και στη δουλειά φέτος ρολόι τοίχου δεν υπήρχε, αποφάσισα να πάω ένα. Είχαμε στο σπίτι φυλαγμένα διάφορα διαφημιστικά ρολόγια, διάλεξα λοιπόν ένα από αυτά. Αλλά η (εικαστική) μου καρδιά εναντιώθηκε - με το διαφημιστικό μήνυμα θα το πήγαινα; 

Jamais! 
(που λένε και στο χωριό μου, εννοώντας: "Ποτέ"!)

 Έβαλα λοιπόν μπρος... και το μεταμόρφωσα. Χρησιμοποίησα ακρυλικά χρώματα και ένα τμήμα της πλαστικής σακούλας που έχω λατρέψει τον τελευταίο καιρό λόγω του τυπώματός της (είναι από γνωστό πολυκατάστημα και τη χρησιμοποίησα ξανά στο χάρτινο κουκλοθέατρο, εδώ). 

 Ήρθε η ώρα να σας δείξω πώς ήταν πριν... και πώς έγινε μετά.



Αποστολή εξετελέσθη! 


Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Ο αγέλαστος άνθρωπος ~ Ιστορίες της Νύχτας #2


Ο αγέλαστος άνθρωπος

(ακολουθεί ιστορία μεγάλης έκτασης... καθίστε αναπαυτικά!)

πηγή εικόνας: google - επεξεργασία δική μου


Για κείνον ακούγονταν πολλά, και πολλές φορές οι άνθρωποι συζητούσαν γι΄αυτόν πίσω από την πλάτη του. Ένα από όλα αυτά, όμως, ήταν σίγουρα αλήθεια: δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στη γειτονιά, ίσως και στην πόλη ολόκληρη, ίσως και στη χώρα ολόκληρη, τόσο αγέλαστος όσο αυτός.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τη νύχτα που η γυναίκα του κι εκείνος στάθηκαν απέναντι, έχοντας ανάμεσά τους μια και μοναδική λέξη να αιωρείται στον αέρα, σαν μαχαιριά - «Διαζύγιο», του είχε πει - ένα μαύρο πέπλο απλώθηκε μπροστά στα μάτια του και έκρυψε το φως. Το πέπλο μεγάλωσε, απλώθηκε ως την ψυχή του, απομυζώντας κάθε χαρά στο διάβα του. Δε μπορούσε καν να φέρει στο νου του την εποχή που ήταν διαφορετικός, καλύτερος, χαρούμενος. Το μόνο που θυμόταν ήταν η λέξη-μαχαιριά που ήρθε από το πουθενά, κι ο μετέπειτα πόνος· η εγκατάλειψη. Δεν έφταιγε σε τίποτα· απλώς δεν είχε αγαπηθεί όσο είχε αγαπήσει, κι η σχέση τους είχε προ πολλού ξεπεράσει την ημερομηνία λήξης, που εκείνη είχε εξαρχής ορίσει και είχε αμελήσει να του το πει.
Έκτοτε, αφιερώθηκε σε δυο πράγματα: στη μαγειρική, την οποία λάτρευε και αποτελούσε την κύρια ενασχόλησή του στις μοναχικές ώρες που βρισκόταν στο σπίτι, και στην επιχείρηση που είχε από κοινού με τον αδελφό του· μια πιτσαρία. Η επιχείρηση πήγαινε καλά, δεν είχε παράπονο. Στην ουσία δε χρειαζόταν καν να εργάζεται εκεί – αλλά τι άλλο να έκανε; Κάθε βραδάκι, λοιπόν, πήγαινε με το κόκκινο μηχανάκι του στο μαγαζί, στερέωνε πάνω του το κουτί των παραγγελιών και πήγαινε μερικές από τις παραγγελίες στον προορισμό τους. Το έκανε έλεγε για να ελαφραίνει λίγο το παιδί που είχαν στο μαγαζί, να μην αγχώνεται και τρέχει του σκοτωμού για να τις προλάβει όλες στην ώρα τους. Μα η αλήθεια ήταν άλλη: όταν οδηγούσε το μηχανάκι του, οργώνοντας τους δρόμους με ταχύτητα, κάνοντας ελιγμούς, απλά δε σκεφτόταν.
Παρέδιδε τις παραγγελίες πάντοτε αγέλαστος. Δεν τα πήγαινε πια καλά με τους ανθρώπους, ήταν κλειστός και πάντοτε συγκρατημένος. Ορισμένοι πελάτες τον κοιτούσαν με απορία, αλλά όχι για πολύ. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν κανένας γνωστός τους για να νοιαστούν, κι από την άλλη, ποιος δεν ήταν κάπως αγέλαστος στις μέρες μας; Ανασήκωναν τους ώμους τους, έπαιρναν την παραγγελία, έκλειναν την πόρτα τους και το επόμενο δευτερόλεπτο, ο αγέλαστος άνθρωπος - που τον έλεγαν Βασίλη - είχε ήδη ξεχαστεί.

Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ, ο Βασίλης πήγε νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε στο μαγαζί. Είχε αγώνα γύρω στις οχτώ, κι από την εμπειρία τους αυτό σήμαινε ότι θα είχαν αρκετή δουλειά στην πιτσαρία αμέσως πριν την έναρξη του αγώνα, και πολύ λιγότερη δουλειά μετά που ο αγώνας θα τελείωνε. Χαιρέτησε μ΄ ένα νεύμα τον αδελφό του που ετοίμαζε μια πίτσα πίσω από το πάσο, κι έπειτα βγήκε πάλι έξω. Έδεσε το κουτί στο μηχανάκι, σκυφτός, βλοσυρός, κουκουλωμένος ως επάνω με το χοντρό μπουφάν του. Η νύχτα ήταν κρύα. Ο ντελιβεράς που δούλευε στο μαγαζί είχε ήδη φύγει, για να παραδώσει μια μακρινή παραγγελία.
«Ρε συ, Μπίλη, ξέρεις κατά πού πέφτει η Ηροδότου;» τον ρώτησε ο αδελφός του με το που μπήκε ξανά στο μαγαζί. «Έχω μια παραγγελία, Ηροδότου 23 μου είπαν».
«Νομίζω ότι είναι κάπου στα περίχωρα της πόλης», του απάντησε. «Αν θυμάμαι καλά, ανατολικά, στην περιοχή πίσω από το στρατόπεδο. Είναι ήδη έτοιμη;»
«Ναι, ρε συ… κι ο Κώστας δεν έχει γυρίσει ακόμα από την προηγούμενη παραγγελία…»
«Φέρ΄την· θα την πάω εγώ».
Οδηγώντας, προσπερνώντας με ταχύτητα ανθρώπους, αυτοκίνητα, σπίτια, καταστήματα, την ίδια τη ζωή της πόλης, προσπαθούσε να θυμηθεί πού ακριβώς βρισκόταν ο δρόμος. Έφτασε στην περιοχή, πέρασε τα τελευταία φανάρια, έστριψε πίσω από το στρατόπεδο, έψαξε, δεν τον βρήκε. Πάνω που σκεφτόταν να ρωτήσει, έστριψε ξανά και είδε την πινακίδα, καρφωμένη πάνω στον τοίχο ενός σπιτιού: Ηροδότου.
Χτύπησε το κουδούνι στη μονοκατοικία με τον αριθμό 23 και του άνοιξε μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά και ήρεμο, γλυκό πρόσωπο.
«Καλησπέρα… η παραγγελία σας».
Η γυναίκα κοίταξε τον αγέλαστο άνθρωπο, πήρε το τετράγωνο κουτί που της έτεινε, πλήρωσε. Έπειτα, του χαμογέλασε.
«Ευχαριστώ… κρατήστε τα ρέστα».
Ο Βασίλης δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν ήξερε πώς να το κάνει. Έγνεψε για ευχαριστώ, έκανε μεταβολή και πήγε να φύγει.
«Μισό λεπτό… περιμένετε. Είστε καλά, όλα καλά;»
Σταμάτησε.
«Συγνώμη· δε θέλω να γίνω αδιάκριτη. Μα… κάτι σας συμβαίνει, το βλέπω. Το διαισθάνομαι. Δεν έχω ξαναδεί κάποιον που να του λείπει τόσο πολύ το χαμόγελο… Είμαστε άνθρωποι· μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;»
Η μορφή της ήταν τόσο ήρεμη, τόσο γλυκιά και πονετική… Ο Βασίλης έπιασε τον εαυτό του να της απαντάει με ειλικρίνεια, πριν καν προλάβει να ελέγξει τις αντιδράσεις του. 
«Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει».
«Μην το λες αυτό» του αντιγύρισε. «Πάντα κάποιος μπορεί να βοηθήσει κάποιον, αρκεί να το θέλουν και οι δυο πλευρές: η μία να θέλει να δώσει τη βοήθεια, κι η άλλη να θέλει να τη δεχτεί…»
Ο Βασίλης στεκόταν, μην ξέροντας τι να πει.
«Τι εννοείς;»
«Άσε με να σε βοηθήσω», του είπε. «Αλλά θα το κάνω με τον τρόπο μου. Θα με εμπιστευτείς; Μπορείς να το κάνεις αυτό;»
Ο Βασίλης έγνεψε «ναι», σαν σε όνειρο.
«Δουλεύεις ντελίβερι, οπότε αυτό που θα σου ζητήσω δε θα είναι εντελώς έξω από τα νερά σου. Θα μάθεις κάτι από αυτό, όμως. Ελπίζω. Θέλω να μεταφέρεις και να παραδώσεις για μένα τρία δέματα, σε τρεις διαφορετικούς παραλήπτες. Απόψε τη νύχτα. Ξεκινώντας από τώρα. Μπορείς να το κάνεις αυτό; Σου ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό, σε ό,τι έχεις εσύ ιερό, πως δεν πρόκειται για κάτι παράνομο· δεν είναι ναρκωτικά, ούτε κλοπιμαία. Θα σου πω δυο λόγια για τα δέματα, αν θέλεις, δεν μπορώ όμως να σου δείξω το περιεχόμενό τους – όχι πριν φτάσει η ώρα του να το δεις».
Ο Βασίλης κάτι πήγε να πει, έπειτα σώπασε. Τι να πει; Τι θα έλεγε κάθε λογικός άνθρωπος; Κοίταξε τα μάτια της... έψαξε, προσπάθησε να βρει την παγίδα. Δε βρήκε τίποτα. Έγνεψε πάλι «ναι», σχεδόν ασυναίσθητα, και ταυτόχρονα σκέφτηκε μέσα του πως πρέπει να είχε τρελαθεί.
Εκείνη χαμογέλασε ξανά, έπειτα πήγε μέσα στο σπίτι και έφερε πίσω τρία μικρά πακέτα, τυλιγμένα σε καφέ χαρτί. Κάθε ένα έγραφε απέξω μία διεύθυνση με όμορφα, στρωτά, καλλιγραφικά γράμματα. Του τα έδωσε.
«Το πρώτο δέμα περιέχει κάτι που βρέθηκε στο δρόμο, κάπου κοντά σε ένα σπίτι. Το δεύτερο περιέχει κάτι που βρέθηκε δίπλα σε μια παιδική χαρά. Και το τρίτο… λοιπόν, το τρίτο δέμα είναι ιδιαίτερο· γι΄αυτό κι εγώ θα αφήσω πάνω σου τον τρόπο με τον οποίο θα το χειριστείς. Δείξε μου εμπιστοσύνη… αφέσου… και ξεκίνα».
Ο Βασίλης έλεγξε τις διευθύνσεις, τοποθέτησε με τη σειρά τα τρία δέματα στο κουτί των παραγγελιών, έβαλε μπρος το μηχανάκι κι έφυγε. Στη διαδρομή ένιωθε ότι έκανε κάτι απόλυτα σωστό… και ταυτόχρονα, η λογική του τού φώναζε πως όλο αυτό ήταν απόλυτα λάθος. Η πρώτη διεύθυνση ήταν όμως αρκετά κοντά, και πηγαίνοντας, ίσως να μπορούσε να καταλάβει καλύτερα τι από τα δύο ίσχυε τελικά.

Έφτασε στην πρώτη διεύθυνση, άνοιξε το κουτί των παραγγελιών, πήρε στα χέρια του το πρώτο δέμα και χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε ένας άνδρας, περίπου στην ίδια ηλικία μ΄εκείνον.
«Καλησπέρα, έχω ένα δέμα για σας» του είπε.
Ο άλλος τον κοίταξε απορημένος.
«Για μένα; Είστε σίγουρος; Δεν περιμένω κάτι…»
«Ναι, είναι για σας».
Ο άνδρας το πήρε και χωρίς να το πολυσκεφτεί, έσκισε το χαρτί και το άνοιξε επιτόπου. Κοίταξε το περιεχόμενό του, έπειτα τον αγέλαστο άνθρωπο, έπειτα ξανά το περιεχόμενο. Κι άρχισε να κλαίει.
Έβγαλε μια φωτογραφία από μέσα, παλιά· του την έδειξε. Δυο άνθρωποι στέκονταν αγκαλιά και χαμογελούσαν στο φακό· ένας πατέρας, κι ένα μικρό παιδί – ο γιος του.
«Πού τη βρήκες; Πού; Νόμιζα ότι την είχα χάσει για πάντα…» ο άνδρας έκλαιγε, αλλά όχι από λύπη. Έκλαιγε από ανακούφιση. Έκλαιγε και γελούσε μαζί.
«Στο δρόμο, κοντά σ΄ένα σπίτι…» θυμήθηκε ο Βασίλης τα λόγια της. Κι έπειτα, ξαφνικά και απροειδοποίητα, βρέθηκε στην αγκαλιά του άνδρα.
«Να είσαι καλά, άνθρωπέ μου, για το καλό που μου έκανες! Αυτή η φωτογραφία είναι η μοναδική που μου είχε απομείνει από το συγχωρεμένο τον πατέρα μου. Πριν λίγο καιρό, μπήκαν διαρρήκτες στο σπίτι μας. Ανακάτεψαν τα πάντα, πήραν πράγματα. Έψαξα σαν τρελός, μα τη φωτογραφία αυτή δεν την βρήκα πουθενά! Πίστεψέ με, δε στενοχωρήθηκα για τίποτε από όλα όσα έκλεψαν, κι ας ήταν αξίας· γι΄αυτή τη φωτογραφία, όμως… τι να σου πω. Να είσαι καλά! Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω! Πέρασε μέσα, να σου βάλω ένα κρασί, να καθίσεις να φας μαζί μας. Θα πω στη γυναίκα μου να ετοιμάσει ό,τι ζητάει η ψυχή σου!»
Κάτι μέσα στο Βασίλη αναδεύτηκε, περιστράφηκε, υποχώρησε. «Όχι, σε ευχαριστώ, έχω κι άλλα δέματα να παραδώσω…» ψέλλισε. «Άλλη φορά».
«Καταλαβαίνω! Μα να ξέρεις πως, αν και όποτε σε φέρει ξανά ο δρόμος προς τα εδώ, η πόρτα μου θα είναι πάντα ανοιχτή για σένα». Ο άνδρας του χαμογέλασε εγκάρδια. «Μην το ξεχάσεις! Θα σε περιμένω…» 
Ο Βασίλης σκέφτηκε πως θα ήταν ωραία αν μπορούσε να του χαμογελάσει κι εκείνος. Δοκίμασε, μα δεν το κατάφερε. Χαιρέτησε, καβάλησε το μηχανάκι του κι έφυγε ολοταχώς για τη δεύτερη διεύθυνση.

Έφτασε σε ένα περιποιημένο διώροφο σπίτι και χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε ένα μικρό παιδί, το οποίο φορούσε τις πιτζάμες του και ήταν πασαλειμμένο γύρω από τα χείλη του με σοκολάτα. Πίσω του ακολουθούσε η μαμά του, φορώντας τις πιτζάμες της κι αυτή.
«Γεια σας, έχω ένα δέμα για σας…»
Η γυναίκα το πήρε και το άνοιξε με απορία. Ο μικρός στεκόταν δίπλα της. Γύρισε χαρούμενη και του έδειξε το περιεχόμενο: «Ε, λοιπόν, είσαι πολύ τυχερός, μικρούλη! Αυτό το δέμα δεν ήταν τελικά για μένα… κοίτα!»
Ο μικρός έριξε μια ματιά και το προσωπάκι του φωτίστηκε μονομιάς. Τράβηξε έξω από το δέμα ένα μικρό αρκουδάκι, κι έπειτα άφησε μια τσιρίδα:
«Ο Μπούμπης μουυυυυυ!! Πού το βρήκες, κύριε; Σ΄ευχαριστώ!!»
Η μαμά του κοίταξε ερωτηματικά το Βασίλη. «Στην παιδική χαρά…» της είπε αυτός.
«Το χάσαμε σήμερα το μεσημέρι! Πρέπει να του έπεσε φεύγοντας από τις κούνιες… Δεν το πιστεύω ότι το βρήκατε! Ετοιμαζόμουν να βάλω τον μικρό για ύπνο και χωρίς το αρκουδάκι του δεν κοιμάται ποτέ… αναρωτιόμουν τι θα κάναμε απόψε! Ευχαριστούμε πολύ που μας το φέρατε. Μα, πώς ξέρατε αλήθεια σε ποια διεύθυνση να το φέρετε;»
«Ρώτησα στην παιδική χαρά και έτυχε να βρω κάποια γνωστή σας εκεί. Το γνώρισε το αρκουδάκι. Εκείνη μου είπε πού μένετε», είπε ψέματα ο Βασίλης. Τι να ’λεγε;
Η μητέρα κάτι πήγε να πει, αλλά ο μικρός τη διέκοψε:
«Κύριε! Περίμενε! Μη φύγεις!»
Ο μικρούλης χώθηκε μέσα στο σπίτι και επέστρεψε περιχαρής, κρατώντας μια μισοδαγκωμένη σοκολάτα.
«Για σένα, κύριε!» του είπε και άπλωσε το μικρό χεράκι. «Η μαμά μου λέει πως δεν πρέπει να μοιραζόμαστε με τους άλλους το φαγητό μας, ειδικά αν το έχουμε δαγκώσει πριν. Κι εγώ τη δάγκωσα τη σοκολάτα μου… αλλά μόνο από αυτή τη μεριά, την πάνω. Αν τη δαγκώσεις εσύ από κάτω, δε θα πάθεις τίποτα - εκεί δεν την ακούμπησα! Πάρ’ την, κύριε!»
Τα μάτια του παιδιού ήταν τόσο χαρούμενα και τόσο πηγαία αθώα, που κάτι μέσα στο Βασίλη ρίγησε και ράγισε. Ο μικρός του έσκασε ένα φωτεινό, λαμπερό χαμόγελο… και ο Βασίλης χαμογέλασε κι αυτός.
Χαμογέλασε!
Έπειτα από έντεκα ολόκληρα χρόνια… επιτέλους, χαμογέλασε. Όταν συνειδητοποίησε τι ακριβώς του συνέβαινε, γέλασε πάλι - πιο αβίαστα αυτή τη φορά. Πήρε τη δαγκωμένη σοκολάτα, καληνύχτισε, και ξεκίνησε για να παραδώσει το τρίτο του δέμα.

Έφτασε σ΄ένα παλιό σπίτι, χαμηλό και αφρόντιστο. Κάποτε ήταν όμορφα βαμμένο, μα τώρα το χρώμα είχε ξεφτίσει και σε μερικά σημεία οι σοβάδες έπεφταν από τους τοίχους. Η λάμπα στο φως της εισόδου έλειπε. Χτύπησε στα σκοτεινά την παλιά ξύλινη πόρτα, μα δεν του άνοιξε κανείς. Ξαναχτύπησε και άκουσε από μέσα κάτι σαν βογκητό. Κι έπειτα, ακούστηκε υπόκωφα η τρεμουλιαστή φωνή μιας ηλικιωμένης γυναίκας.
«Ποιος είναι; Δεν μπορώ να σηκωθώ… Αν είσαι κλέφτης, ατύχησες – κάνε μεταβολή και φύγε. Δεν έχω τίποτα να πάρεις. Αν ήρθες για παρέα, όμως, κόπιασε».
Ο Βασίλης άνοιξε την παλιά πόρτα και μπήκε (αγέλαστος πάλι· οι παλιές, κακές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα). Βρήκε σε ένα μικρό δωμάτιο μια ξαπλωμένη γυναίκα, κουκουλωμένη μες στα σκεπάσματα. Δίπλα της, ένα μικρό πορτατίφ έριχνε άτολμα το χαμηλό του φως στους τοίχους.
«Γεια σας, έχω ένα δέμα για σας», είπε και ξαφνικά ανατρίχιασε. Έκανε φοβερό κρύο στο χώρο.
«Για μένα, παιδάκι μου; Φάρσα θα σου έκαναν… Ποιος θα μου έστελνε εμένα κάτι; Τέλος πάντων… δώσ’ μου να το δω».
Η ηλικιωμένη το πήρε, έσκισε το καφέ χαρτί, είδε τι είχε μέσα, τον κοίταξε.
«Σου το΄πα: φάρσα σου έκαναν, παιδάκι μου. Δεν έχει τίποτα μέσα. Κρίμα που μπήκες στον κόπο…»
Ο Βασίλης απόρησε, μπερδεύτηκε, δεν κατάλαβε. Θυμήθηκε τα λόγια της γυναίκας με το γλυκό πρόσωπο: «Το τρίτο δέμα είναι ιδιαίτερο… γι΄αυτό κι εγώ θα αφήσω πάνω σου τον τρόπο με τον οποίο θα το χειριστείς».
«Γιαγιά, μάλλον μου έκαναν πλάκα» της είπε. «Μα μιας και ήρθα εδώ, θέλεις να σου κάνω κάτι; Να σε βοηθήσω σε κάτι; Κάνει φοβερό κρύο εδώ μέσα… πώς κάθεσαι, πώς αντέχεις; Μόνη σου μένεις;»
Η γιαγιά του εξήγησε πως έμενε μόνη. Τα παιδιά της ήταν παντρεμένα και ζούσαν μακριά, δεν μπορούσαν να έρχονται συχνά για να τη δουν. Και η ίδια, λόγω μιας πάθησής της, είχε απομείνει σχεδόν κατάκοιτη.
«Τι τα θες… η ζωή έχει τα δώρα της για όλους μας, παιδί μου. Εγώ έλαβα αρκετά όμορφα δώρα από αυτήν, ήταν καιρός να λάβω και κανένα άσχημο. Δεν πειράζει. Έρχονται μερικές γειτόνισσες από τη γειτονιά πού και πού, μου φέρνουν κανένα πιάτο φαΐ, καθαρίζουν λιγάκι, ανάβουν τη σόμπα, μου κάνουν παρέα. Σήμερα όλη μέρα δεν φάνηκε κανείς, αλλά εγώ ποτέ δεν απελπίζομαι. Ορίστε, νύχτωσε, δεν περίμενα πια κανέναν – κι όμως, ο καλός Θεός μου έστειλε εσένα, είπαμε ένα γεια… Όλα καλά, λοιπόν, κι αύριο έχει ο Θεός και πάλι».
Ο Βασίλης τη λυπήθηκε. Η δουλειά που είχε έρθει να κάνει είχε γίνει, το δέμα είχε δοθεί, μα δεν ήθελε να φύγει και να την αφήσει έτσι. Έφερε ξύλα, άναψε την παλιά ξυλόσομπα και ο χώρος άρχισε να ζεσταίνει. Συγύρισε λίγο, έψαξε στο ψυγείο. Περιείχε λίγα πράγματα, απλά, μπορούσε να της μαγειρέψει όμως κάτι με αυτά. Ετοίμασε κάτι πρόχειρο, της το έφερε, τη βοήθησε να φάει.
Όσο εκείνη έτρωγε, συζητούσαν. Η γυναίκα του έλεγε ιστορίες από τη νιότη της, από τον συγχωρεμένο το σύζυγό της και από τη γνωριμία τους, πασπαλισμένες με άφθονη δόση χιούμορ. Ο Βασίλης άκουγε με προσοχή τα λεγόμενά της και χαμογελούσε κάθε τόσο, χωρίς καν να συνειδητοποιεί πως το έκανε. Του περιέγραψε τον πρώτο τους χορό· εκείνος χόρευε αδέξια τότε, του είπε, και την είχε τσαλαπατήσει δεκάδες φορές μέσα σ΄ένα βράδυ – κι ενώ θα έπρεπε να του έχει θυμώσει γι΄αυτό, εκείνη το βρήκε τόσο χαριτωμένο, που τελικά τον ερωτεύτηκε…
Κάποια στιγμή, του ζήτησε να φέρει το παλιό άλμπουμ με τις φωτογραφίες τους από το συρτάρι. Κάθισαν στο χαμηλό κρεβάτι και τις είδαν μαζί.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, η ώρα ήταν αρκετά περασμένη. Έπρεπε να την αφήσει να ξεκουραστεί.
«Να σ’ έχει ο Θεός καλά, γιε μου», του είπε. «Χαίρομαι που σε έφερε ο δρόμος σου εδώ… με φρόντισες, περάσαμε όμορφα. Σε ευχαριστώ. Αν και στην αρχή μου ήρθες σοβαρός-σοβαρός, τελικά τα κατάφερα, σε έκανα να χαμογελάσεις. Είναι μια νίκη κι αυτό… Απόψε θα κοιμηθώ ήσυχη, χαρούμενη. Και ζεστή!»
Ο Βασίλης την καληνύχτισε και βγήκε από το σπίτι. Κοντοστάθηκε στα σκοτεινά, πλάι στην παλιά, ξύλινη πόρτα και σκέφτηκε πως ένιωθε πλήρης. Και για πρώτη φορά, χαρούμενος. Ήταν ένα περίεργο βράδυ, αλλά αισθανόταν όμορφα. Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά και με το αγγελικό πρόσωπο είχε δίκιο· είχε μάθει πολλά. Χαμογέλασε μες στη νύχτα, και…

… ξύπνησε σε ένα δωμάτιο, άγνωστό του. Ήταν πρωί, το ηλιόφως που έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο τον τύφλωσε. Κοίταξε γύρω του και κατάλαβε πως βρισκόταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Βόγκηξε.
«Μπίλη; Ξύπνησες; Με κατατρόμαξες, μεγάλε! Πώς νιώθεις;» Ο αδελφός του πετάχτηκε από την καρέκλα όπου καθόταν και στάθηκε όρθιος δίπλα από το κρεβάτι του.
Κοίταξε πλάι του. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά και το γλυκό πρόσωπο, εμφανώς ταλαιπωρημένη.
«Εσύ; Τι κάνεις εδώ; Πού είμαστε;»
Εκείνη χαμογέλασε.
«Καλώς ήρθες πίσω, αγαπητέ! Όσο για μένα, ήμουν εδώ πολύ πριν έρθεις εσύ…»
Ο Βασίλης κοίταξε απορημένος τον αδελφό του.
«Μπίλη, τράκαρες αγόρι μου. Σε χτύπησε ένα αυτοκίνητο την ώρα που πήγαινες εκείνη την παραγγελία στην Ηροδότου – θυμάσαι; Δεν έφτασες ποτέ εκεί… σε φέρανε εδώ και με ειδοποίησαν. Ευτυχώς δεν έπαθες κάτι σοβαρό· είσαι καλά, θα γίνεις καλά».
Ο Βασίλης σκέφτηκε λίγο: τα τρία δέματα, οι τρεις διευθύνσεις, οι τρεις παραλήπτες…
«Αδερφέ, πάω στο κυλικείο, να σου φέρω κανέναν χυμό. Θέλεις; Είπαν ότι μπορείς να πιεις. Έρχομαι».
Ο Βασίλης έγνεψε «ναι». Το κεφάλι του πονούσε.
Μόλις έφυγε από το δωμάτιο ο αδελφός του, ο Βασίλης στράφηκε και κοίταξε ερωτηματικά τη γυναίκα με το γλυκό πρόσωπο.
«Είχες ένα περίεργο βράδυ, Βασίλη», του είπε εκείνη χαμογελώντας. «Πολύτιμο, ελπίζω… Τώρα ήρθε η ώρα να αξιοποιήσεις όσα έμαθες. Η μέρα είναι υπέροχη, φωτεινή. Μια καλή μέρα για να ξεκινήσει κανείς από την αρχή, δε βρίσκεις;»
Εκείνος σκέφτηκε για λίγο την απάντησή του. Μη βρίσκοντας καμιά κατάλληλη, σώπασε. Και προτίμησε να χαμογελάσει.
 «Έτσι σε θέλω!»
«Αναρωτιέμαι…» της είπε έπειτα από λίγο. «Αν κατάφερνα τελικά να βρω χθες την Ηροδότου, θα ερχόμουν πράγματι στο σπίτι σου;»
Τον κοίταξε πονηρά. «Εσύ τι λες;» Του έκλεισε χαμογελώντας το μάτι, άλλαξε πλευρό στο κρεβάτι της και ετοιμάστηκε να κοιμηθεί.
Ο Βασίλης χαμογέλασε κι αυτός και κοίταξε το ταβάνι. Μέσα σε μια νύχτα - άγνωστο πώς στους περισσότερους, αλλά γνωστό σ΄ εκείνον - είχε μάθει πώς να γελάει ξανά, είχε μάθει τι σημαίνει να εμπιστεύεσαι κάποιον, είχε μάθει τι σημαίνει να δίνεις και να παίρνεις χαρά.
 Σκέφτηκε τα επόμενά του βήματα και χαμογέλασε πάλι. Όταν ο αδελφός του επέστρεψε στο δωμάτιο, τον βρήκε να χαμογελά και του φάνηκε απίστευτα περίεργο. Δεν είπε τίποτα, αλλά κατά βάθος θεώρησε πως είχε γίνει θαύμα. Ο αδελφός του, αν και χτυπημένος, ήταν γαλήνιος και η σκοτεινιά είχε φύγει εντελώς από το βλέμμα του.

Ένα χρόνο μετά

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο ένα χρόνο πριν, ο Βασίλης είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του και ήξερε ποια ήθελε να είναι τα επόμενά του βήματα.
Πρώτα από όλα αποφάσισε να ασχοληθεί περισσότερο με την μεγάλη του αγάπη, κι έτσι ξεκίνησε μαθήματα μαγειρικής. Ήταν καλός, μα ήθελε να γίνει καλύτερος.
Στη σχολή, οι καθηγητές και οι συμμαθητές του μιλούσαν γι΄αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Είχε μια καλή κουβέντα για όλους, ήταν ήρεμος, κι όταν μαγείρευε χαμογελούσε και πάντα σιγοσφύριζε κάποιον αγαπημένο σκοπό.
Παράλληλα, ο Βασίλης επικοινώνησε με ένα σύλλογο που βοηθούσε άπορα και ηλικιωμένα άτομα και προσφέρθηκε εθελοντικά για βοήθεια. Όταν τον ρώτησαν τι θα μπορούσε να κάνει, είχε ήδη έτοιμη την απάντηση: ήθελε να μαγειρεύει σε μεγάλες ποσότητες, κι έπειτα να μοιράζει το φαγητό στους ανθρώπους που το είχαν ανάγκη. Όσοι είχαν προβλήματα υγείας και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, θα τους το πήγαινε ο ίδιος στο σπίτι τους με το μηχανάκι του, κάθε μέρα.
Οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι ο Βασίλης ήταν κάτι σαν άγγελος σταλμένος από τον ουρανό, και δέχτηκαν αμέσως.
Κι έτσι, ο αγέλαστος άνθρωπος - που δεν ήταν αγέλαστος πια - καθημερινά μαγείρευε νόστιμα φαγητά, χαμογελώντας και σφυρίζοντας αγαπημένους σκοπούς, και τα μοίραζε σε δεκάδες ανθρώπους. Οι ηλικιωμένοι που δυσκολεύονταν να μετακινηθούν τον περίμεναν καθημερινά στα σπίτια τους, να τους φέρει το φαγητό τους, να πούνε ένα «γεια», να ανταλλάξουν δυο κουβέντες.


Για κείνον ακούγονταν πολλά, και πολλές φορές οι άνθρωποι συζητούσαν γι΄αυτόν πίσω από την πλάτη του. Τα περισσότερα από όλα αυτά, ήταν σίγουρα αλήθεια: δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στη γειτονιά, ίσως και στην πόλη ολόκληρη, ίσως και στη χώρα ολόκληρη, τόσο γελαστός, χαρούμενος και συμπονετικός, όσο αυτός.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Ο "Αγέλαστος Άνθρωπος" συμμετέχει στο δρώμενο "Ιστορίες της Νύχτας #2", στο ιστολόγιο της Αριστέας (Η ζωή είναι Ωραία...)




Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας (και για τη θέλησή σας να φτάσετε ως εδώ!) 
 ☺

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Lights On #1


 Το "Lights On" ήταν μια ιδέα που μου ήρθε ξαφνικά, την ώρα που χαλαρή παρατηρούσα τα φωτάκια που έχω πάντοτε αναμμένα το βράδυ στην κρεβατοκάμαρά μου. 

 Πήρα τη φωτογραφική μου και έπαιξα με το φως, τη σκιά και με την επιμέρους θέση των φώτων, θέλοντας να δημιουργήσω "ιστορίες". Κατά τη φάση της επεξεργασίας των φωτογραφιών, οι ιστορίες αυτές απέκτησαν την υπόσταση που ήθελα.

 Για το project χρησιμοποιήθηκαν φωτεινές πηγές δύο διαφορετικών ειδών, έτσι οι φωτογραφίες που προέκυψαν χωρίστηκαν σε δύο μέρη. 


 Για το "Lights On #1", τις φωτογραφίες του οποίου θα σας δείξω σήμερα, χρησιμοποιήθηκαν μερικά πολύχρωμα φωτάκια/φαναράκια που αιωρούνται κρεμασμένα πάνω από το κρεβάτι μου. 


"Sail" - Πλους


"Stairway of lights" / Σκάλα από φώτα


"We 're leaving" / Φεύγουμε


"Reflection"/ Αντανάκλαση


"Getaway" - Απόδραση


"For your eyes only"/ Για τα μάτια σου μόνο


 Σας ευχαριστώ πολύ για τις επισκέψεις σας και σας εύχομαι καλό μήνα, χαρούμενο και δημιουργικό!


► Δεν είναι η πρώτη φορά που πειραματίζομαι φωτογραφικά, παίζοντας με το φως και τη σκιά! 
Αν θέλετε να δείτε περισσότερα, επισκεφθείτε τη σελίδα του ιστολογίου μου εδώ.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...